[η μέρα μου 2]
Χθες το βράδυ, έβαλα τη μάσκα ύπνου μου σε χρώμα χλωμό λαχανί, και γύρω στις έντεκα κοιμόμουν σίγουρα.
Ξύπνησα, από μόνη μου, στις επτά και σαράντα έξι. Έφτιαξα πρωινό και έναν φραπέ σκέτο, και έπειτα έκατσα να διαβάσω δέκα σελίδες από το σύγγραμμά μου, επειδή είναι ο καθημερινός μου στόχος. Ωραία, πετύχαμε τον στόχο. Τώρα; Τώρα πήγα στο μπαλκόνι και έκανα λίγη ηλιοθεραπεία διαβάζοντας ένα βιβλίο για τη φωτογραφία, γιατί, ανησυχώ πως θα πάω στην παραλία και πάλι θα ανακλάται το φως από το σώμα μου, λες και έχω παρέα για να πάω στη παραλία και αρνούμαι επίμονες προσφορές διότι δεν είμαι επαρκώς μαυρισμένη.
Τέλος πάντων.
Επιστρέφω σπίτι-ήμουν στο σπίτι του συντρόφου μου-και μελετάω πιάνο. Α, ναι! Παίζω πιάνο υποτίθεται. Νομίζω δεν το έχω ξανά-αναφέρει αυτό εδώ.
Τέλος πάντων.
Κάνω ένα μπάνιο, παίρνω έναν φρέντο εσπρέσσο σκέτο και πάω στο πάρκο να διαβάσω λογοτεχνία. Διαβάζω κάμποσο, και επιστρέφω στο σπίτι μου. Μελετάω κι άλλο. Πίσω στου συντρόφου μου. Επιστρέφει λίγο αργότερα από εμένα. "Έχω άγχος σήμερα", μου λέει. "Κι εγώ", του απαντώ με ειλικρίνεια. Ώρα για μια μεσημεριανή κρίση άγχους. Τι να κάνω τώρα; Πεθαίνει το λεμονοθύμαρο στο μπαλκόνι... Με αγχώνει κι αυτό, θα ξεράσω.
Τέλος πάντων.
Παίρνω ένα τσάι και επιστρέφω στο πάρκο. Άντε να διαβάσω λίγο ακόμη. Ωχ! Η <παλιά φίλη που χαθήκαμε παρά τη θέλησή μου>. "Πώς είσαι;". Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να βιάζεται περισσότερο να φύγει, αν και, ίσως να έφταιγε που τη τραβούσε το σκυλάκι της. Ίσως όμως και να βόλεψε που τη τραβούσε το σκυλάκι της.
Τέλος πάντων.
Επιστρέφω στου συντρόφου μου. Άντε αφού δεν έχω τι να κάνω θα διαβάσω λίγο ακόμη από το σύγγραμμα. Αχ για δες τελείωσα το κεφάλαιο! Μα μπράβο μου. Ωραία τώρα τι; Είναι έξι το απόγευμα. Κάτσε να μαγειρέψω τίποτα. Ηλίθια. Λοιπόν ναι, ωραία μαγείρεψα, τώρα είναι οκτώ παρά. Κάτσε να γράψω καμιά ανάρτηση στο blog μου. Έχει ένα μπαρ αργότερα σήμερα.
Τέλος πάντων...








