Ο ήχος των ξύλων που σπάνε καθώς καίγονται στη σόμπα μπορεί να 'ναι ο αγαπημένος μου σ' όλο τον κόσμο. Σπάνια τον ακούω καθώς οι ξυλόσομπες είναι είδος υπό εξαφάνιση στην πόλη, και στο χωριό όσες φορές συνταντιέμαι με τη σόμπα της κουζίνας αδυνατώ να την ακούσω ανάμεσα στα μιλητά, τα μαχαιροπίρουνα που χτυπούνται στα πιάτα, και τη ριμάδα τη τηλεόραση.
Απεχθάνομαι τον ήχο της τηλέορασης. Η ελληνική οικογένεια αντιμετωπίζει την τηλεόραση σαν μέλος της, συμπεριλαμβάνοντάς την σε όλες της τις στιγμές. Είναι τοποθετημένη με τρόπο ώστε να είναι ορατή από κάθε θέση στο τραπέζι επειδή θα ΄ταν αγένεια να της γυρίσουμε την πλάτη. Όσες φορές τόλμησα να τη φιμώσω πιστεύοντας πως κανείς δεν την ακούει, σύντομα την έβρισκα πάλι να μουρμουράει θαρρείς όλοι έχουν το ένα τους αυτί και το άλλο τους μάτι αφιερωμένα σε αυτήν, και πάντα αντιλαμβάνονται την απουσία της.
Η τηλεόραση πλέον έχει σβήσει και κανείς δε νοιάζεται να της δώσει το λόγο. Στέκεται ακόμη όμως στη θέση της, όπως και η σόμπα και το τραπέζι, και το ηλεκτρικό μπρίκι του ελληνικού καφέ. Μα όσο κι αν φαίνονται όλα ίδια, παρόλο που η γιαγιά μου εξακολουθεί να κοιμάται στη δική της πλευρά του κρεβατιού, ο παππούς ξαπλώνει αλλού.
Κι εγώ που ανυπομονούσα να μείνω μόνη στην κουζίνα για ν' ακούσω την σόμπα να τσιβδίζει, συνειδητοποίησα πως δε θυμάμαι την τελευταία φορά που το έκανα αυτό. Και, πως ίσως στην πραγματικότητα αυτό που ήθελα να ξαναζήσω, είναι η σιγουριά πως στο απέναντι δωμάτιο ροχαλίζει ο παππούς.
Τρυφερό, ολοζώντανο, νοσταλγικό... Εξαιρετικό!
ΑπάντησηΔιαγραφή