Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

η κουζίνα στο χωριό

    Ο ήχος των ξύλων που σπάνε καθώς καίγονται στη σόμπα μπορεί να 'ναι ο αγαπημένος μου σ' όλο τον κόσμο. Σπάνια τον ακούω καθώς οι ξυλόσομπες είναι είδος υπό εξαφάνιση στην πόλη, και στο χωριό όσες φορές συνταντιέμαι με τη σόμπα της κουζίνας αδυνατώ να την ακούσω ανάμεσα στα μιλητά, τα μαχαιροπίρουνα που χτυπούνται στα πιάτα, και τη ριμάδα τη τηλεόραση. 

    Απεχθάνομαι τον ήχο της τηλέορασης. Η ελληνική οικογένεια αντιμετωπίζει την τηλεόραση σαν μέλος της, συμπεριλαμβάνοντάς την σε όλες της τις στιγμές. Είναι τοποθετημένη με τρόπο ώστε να είναι ορατή από κάθε θέση στο τραπέζι επειδή θα ΄ταν αγένεια να της γυρίσουμε την πλάτη. Όσες φορές τόλμησα να τη φιμώσω πιστεύοντας πως κανείς δεν την ακούει, σύντομα την έβρισκα πάλι να μουρμουράει θαρρείς όλοι έχουν το ένα τους αυτί και το άλλο τους μάτι αφιερωμένα σε αυτήν, και πάντα αντιλαμβάνονται την απουσία της. 

    Η τηλεόραση πλέον έχει σβήσει και κανείς δε νοιάζεται να της δώσει το λόγο. Στέκεται ακόμη όμως στη θέση της, όπως και η σόμπα και το τραπέζι, και το ηλεκτρικό μπρίκι του ελληνικού καφέ. Μα όσο κι αν φαίνονται όλα ίδια, παρόλο που η γιαγιά μου εξακολουθεί να κοιμάται στη δική της πλευρά του κρεβατιού, ο παππούς ξαπλώνει αλλού. 

   Κι εγώ που ανυπομονούσα να μείνω μόνη στην κουζίνα για ν' ακούσω την σόμπα να τσιβδίζει, συνειδητοποίησα πως δε θυμάμαι την τελευταία φορά που το έκανα αυτό. Και, πως ίσως στην πραγματικότητα αυτό που ήθελα να ξαναζήσω, είναι η σιγουριά πως στο απέναντι δωμάτιο ροχαλίζει ο παππούς.


Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2025

βερολινέζικο fever dream

    Σας χαιρετίζω έχοντας επιστρέψει σχετικά πρόσφατα από το διβδόμαδο ταξίδι μου σε δύο ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: Βερολίνο και Παρίσι. Πήρα την απόφαση να μην κάνω κάποια ανάρτηση για την επίσκεψή μου στη γαλλική πρωτεύουσα καθώς α) δεν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να μοιραστώ στο διαδίκτυο και β) ήταν μια επίσκεψη αποκλειστικά και μόνο για να δω την αδελφική μου φίλη η οποία κατάγεται από την Αυστρία, και βρέθηκε στο Παρίσι για σπουδές. 

    Ας αναπολήσουμε λοιπόν μαζί κάποιες από τις στιγμές μου στο Βερολίνο. Είναι κάπως ειρωνικό ότι και εκεί βρέθηκα για να επισκεφτώ μια παιδική-αυτή τη φορά-φίλη, όμως είχα και αρκετή περιέργεια για την ίδια τη πόλη, καθώς σε αντίθεση με το Παρίσι δεν την είχα επισκεφτεί ποτέ ξανά. Επίσης, έχω την ευτυχία να βλέπω τούτη τη φίλη κάπως πιο συχνά από αυτή που ανέφερα παραπάνω, γεγονός που άφηνε χώρο για να εξερευνήσω μεταφορικά και κυριολεκτικά πέραν της φιλίας μας.

    Αναγκάστηκα λοιπόν να μπω στη διαδικασία αυτή ένα βράδυ που η φίλη εργαζόταν ως baby-sitter και σχολούσε στις δύο τα ξημερώματα. Εγώ, παρά τις απειλές ("θα το πω στη μαμά σου!") και τις προειδοποιήσεις της μητέρας της-μας βλέπει ακόμη σαν παιδιά-που αφορούσαν την επικινδυνότητα της περιοχής που ήθελα να επισκεφτώ, βρήκα το θάρρος και πήγα μόνη μου σε ένα εναλλακτικό bar στην περιοχή Kottbusser Tor-αυτή η ονομασία θα μου μείνει αξέχαστη, ακόμα θυμάμαι την μητέρα της να φωνάζει: "Στο Kottbusser Tor; Στο Kottbusser Tor; Καλέ εκεί γίνονται όλες οι μαχαιριές!".

    Δύο u-bahn αργότερα, καταφθάνω στο μέρος. Κάποια άτομα καπνίζουν έξω, προϊδεάζοντάς με για τη μυρωδιά που θα με τυλίξει με το που ανοίξω τη βαριά πόρτα του μαγαζιού. Με την όρασή μου ελαφρώς θολωμένη, μπαίνω μέσα, και αντικρίζω ένα πανέμορφο μέρος, που σφύζει από ζωή. Αυτό είναι το Βερολίνο που αναζητούσα τόσες μέρες.  Οι τοίχοι είναι μπορντώ, ή τουλάχιστον, μοιάζουν μπορντώ γιατί και τα ελάχιστα φώτα που υπάρχουν στον χώρο είναι κόκκινα. Στα ξύλινα τραπέζια που με το ζόρι χωράνε στο δωμάτιο, κάθονται ένα σωρό παρέες, διαφόρων ηλικιών, φύλων, μεγεθών, με συνηθισμένα ή ασυνήθιστα χτενίσματα, εντυπωσιακά ρούχα που ορισμένες φορές μοιάζουν αυτοσχέδια, χαμόγελα, και πολλά να πουν. Στον πάτο του ηχητικού τοπίου κείτεται ένα χαλί πλεγμένο από hip-hop ήχους. 

    Κάθομαι στη μπάρα, μόνη μου, και παραγγέλνω ένα gin tonic που εν τέλει παραήταν ξινό. Περίμενα το γεγονός πως μιλάω Αγγλικά να προβληματίσει και να τραβήξει τη προσοχή των εργαζομένων, ή το γεγονός πως κάθομαι μόνη να ενθαρρύνει κάποια παρέα να με προσεγγίσει, αλλά είχα άδικο. Καθόμουν μόνη για πολλή ώρα. Αργότερα σηκώθηκα για να πάρουν τη θέση μου δυo άτομα που δεν έβρισκαν κάπου αλλού να κάτσουν. Και έπειτα πάλι μόνη, όρθια αυτή τη φορά, δίπλα στη κουλ παρέα που είχε καταλάβει το μπιλιάρδο από πριν καν φτάσω στο μαγαζί, και δεν φαινόταν πρόθυμη να το παραχωρήσει πουθενά. 

    Το βλέμμα μου έλκεται προς ένα άτομο που δεν φαίνεται να κάθεται σε ένα σημείο για παραπάνω από τρία λεπτά. Καθορίζεται από κάτι που εγώ πάντα ήθελα και ποτέ δεν είχα. Μου φαίνεται εντελώς "cool". Δεν έχει νόημα να περιγράψω το άτομο αυτό καθώς για το καθένα από μας το τι εστί "cool" είναι ζήτημα εντελώς προσωπικό. 

    Τα κατάφερα, έπιασα κουβέντα με μια κοπέλα. Την είδα να βιντεοσκοπεί και τη ρώτησα τι θα φτιάξει με το υλικό αυτό. Αλλά τώρα πρέπει να φύγει, να καπνίσει έξω. Σε λίγο μια διαφορετική κοπέλα κάνει την αρχή: "Περιμένεις παρέα;". Πω! Μα πόσο αξιολύπητη πρέπει να φαίνομαι στεκόμενη καμπουριάζοντας ελαφρώς και με το ξινό μου gin tonic; Μα της απάντησα θαρρείς δεν είχα τίποτα να ντραπώ. Δεν πήρε πολύ ώστε το "cool" άτομο να σταθεί ακριβώς δίπλα μας. "Αυτό το άτομο" της λέω "είναι τόσο cool". Και αυτή, κάνει κάτι επίσης "cool". Του πιάνει κουβέντα, έτσι απλά. Αγαπημένη θα σε ευχαριστώ παντοτινά γι' αυτή τη στιγμή. Συστηνόμαστε.  

    - Θα ήθελα να κάτσω να μιλήσουμε, μου λέει, αλλά θα πάω σε αυτό το club. 

    - Ούτως ή άλλως έφευγα, πάμε μαζί; Τολμώ να πω, και όντως, φύγαμε μαζί. 

    Ας μην πολυλογώ περαιτέρω. Στον δρόμο για τον σταθμό πήραμε από μια μπύρα, και εν τέλει προτίμησα να το συνοδέψω στο club από το να επιστρέψω σπίτι περιμένοντας την φίλη να γυρίσει από τη δουλειά, μόνο για να με βρει κοιμησμένη. Πήγαμε στο club. Έζησα για πρώτη φορά techno μουσική. Κόσμος που χορεύει ή που χτυπιέται-κάποιες φορές σε κλουβιά-που πίνει, που καπνίζει και που κάνει χρήση όλων των ειδών. Δυνατή, επαναλαμβανόμενη μουσική. Κάτι σαν μινιμαλισμός σε fortissimo. 

    Με κέρασε ένα σφηνάκι κι έπειτα αλλάξαμε παραστάσεις. Πήγαμε σε ένα πάρτυ, μα εκεί τη μεγαλύτερη διάρκειά του τη περάσαμε έξω στη σκαλωσιά, συζητώντας για όχι και τόσο σοβαρά ζητήματα. Αλλά για εμένα όλο αυτό ήταν σοβαρό, ήταν μια πρωτότυπη εμπειρία, που δεν θα ξεχάσω ποτέ, κι ας είναι για το άτομο αυτό η καθημερινότητά του. Όταν του είπα ότι νυστάζω, με κέρασε ένα φυτικό ποτό "σου δίνει ενέργεια". Ονομάζεται mate. Δύο ώρες αργότερα, κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα, δεν άντεξα άλλο: Ήταν η ώρα να πω αντίο. Μου πήρε ταξί, προσφέρθηκα εις διπλούν να το πληρώσω αλλά-αν και στην αρχή φαινόταν πρόθυμο-εν τέλει αγνόησε τη προσπάθειά μου να του επιστρέψω τα χρήματα. 

    Ο αποχαιρετισμός: Επιστρέφω στη πίστα χορού να πάρω το παλτό μου, και να ετοιμαστώ να βγω στο βερολινέζικο κρύο πριν την αυγή. Βγαίνω στη καταχνιά όπου δεν ακούγεται καν η μουσική που κυριεύει τον εσωτερικό χώρο. Είμαι μόνη μου, και δεν το βρίσκω. "Να είσαι ευγνώμων" σκέφτομαι, και ξάφνου, το βλέπω να βγαίνει τρέχοντας από μέσα. Αποχαιρετηθήκαμε θαρρείς είμαστε αδελφικά φιλαράκια, και μπήκα στο αμάξι. 

    Το όνειρο όμως συνεχίστηκε, αλλά αυτή τη φορά στο κεφάλι μου. Φανταζόμουν ότι έκανα ένα καινούργιο φίλο, ότι θα το γνωρίσω σε όλα μου τα φίλα όταν έρθει να με επισκεφτεί στην πόλη μου, έκανα έρευνα για τη techno σκηνή της πόλης και χάζευα μόδα για rave ακόμη και δυό βδομάδες μετά την επιστροφή μου. Ακόμη και τώρα μερικές φορές. Αλλά το "cool" άτομο, είναι τόσο cool, που δεν χρειάζεται εμένα για να συνεχίσει τη ζωή του. Είναι αρκετά "cool" ώστε να με αποχαιρετήσει λες και είμαστε κολλητά, αλλά να μην δείξει περαιτέρω ενδιαφέρον για 'μενα. Έτσι όσα ακολούθησαν εκείνη τη βραδυά, μετατράπηκαν σε μελαγχολικά, νεκρά όνειρα (Γεμάτος Αράχνες, ρε Φίλε!) για τα οποία είμαι ευγνώμων.

Τη φωτογραφία τράβηξε το άτομο, και χρειάστηκε να τη κόψω καθώς είχε λίγο από το δάχτυλό του πάνω δεξιά. Στο ταξίδι χρησιμοποίησα μια Kodak μιας χρήσης με ISO 800, πάντα με φλας. 





Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2025

οι πρωτοχρονιές με τρομάζουν

 Σήμερα εκτός από τη δεύτερη μέρα του χρόνου, είναι και η μέρα που σηματοδοτεί τον ένα μήνα από τότε που υιοθέτησα τον γάτο που ονόμασα Λευτέρη. Εγώ, προσπαθώ να βρω έναν νέο ρυθμό, γιατί το mental health τρίμηνο που απολάμβανα ως τώρα, αγκαστικά και δυστυχώς, είχε μια ημερομηνία λήξης που βολεύει πολύ να συμπέσει με την έναρξη του νέου έτους 2025. 

 Οι στόχοι μου για το νέο έτος είναι δύο (αν θες, μοιράσου από κάτω τους δικούς σου. Μπορείς να το κάνεις ανώνυμα): Να πάρω δίπλωμα οδήγησης και να τρώω σπιτικό φαγητό. Παρόλο λοιπόν που έθεσα τον πήχη όσο χαμηλά μπορούσα σε μια προσπάθεια να είμαι ρεαλίστρια, αυτό το άγχος που με πιάνει πάντα σε μεταβατικές περιόδους ήρθε για ακόμη μια φορά στη καημένη ζωούλα μου. Αλλά λογικό δεν είναι; Κάνεις την τρίμηνη αραγματική σου και ξαφνικά γυρίζεις το κεφάλι να κοιτάξεις πίσω σου, και αντικρίζεις έντρομη ένα βουνό από υποχρεώσεις που μπάλωσες πρόχειρα, αλλά και με αυτοπεποίθηση, λέγοντας "θα τα τακτοποιήσω αργότερα". Για να σε δούμε τώρα, θα τα τακτοποιήσεις άραγε, ή θα τακτοποιήσουν αυτά εσένα;

Υ.Γ. Σε δυό εβδομάδες, έχω το προνόμιο να ταξιδέψω σε δυό ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αναμένετε ανάρτηση με εντυπώσεις και φωτογραφίες. 

τελευταίο film του 2024: μια φωτοβόλτα που οργάνωσε το φωτογραφείο στο οποίο εξυπηρετούμαι. Χρησιμοποιήσαμε Harman Phoenix έγχρωμο film, ISO 200. 







η κουζίνα στο χωριό

     Ο ήχος των ξύλων που σπάνε καθώς καίγονται στη σόμπα μπορεί να 'ναι ο αγαπημένος μου σ' όλο τον κόσμο. Σπάνια τον ακούω καθώς ο...