Χθες ήμουν στην ευχάριστη θέση να φωτογραφίσω και να συμμετέχω ερμηνεύοντας σε μια συναυλία μουσικής δωματίου. Μα τα πράγματα δεν είναι έτσι άπλα. Βλέπετε, άλλες φορές που έχω συμμετάσχει σε συναυλίες ερμηνεύοντας-ή έστω, προσπαθώντας να ερμηνεύσω-η θέση μου δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου ευχάριστη.
Συνήθως, αγχώνομαι-εννοείται-και τρέμω, με λούζει κρύος ιδρώτας αλλά να, σκάω κιόλας, ένα βουητό σε ψηλές συχνότητες κυριεύει το πίσω μέρος του κεφαλιού μου, και το δεξί, και το αριστερό, και το πάνω, και το κάτω, και το μπροστά και το πίσω. Συνήθως κάθομαι στο σκαμπό του πιάνου και τα χέρια μου ξάφνου παύουν να υπακούν σε εμένα, και υπηρετούν πλέον ένα τρέμολο που κατά κύριο λόγο έχει συσσωρευτεί στο αριστερό μου πόδι. Έτσι, καταλήγω να τα κάνω όλα σαλάτα, νότες, παύσεις, δυναμικές. Τίποτα δεν ακούγεται, τίποτα δεν επικοινωνείται όπως είχα πρόθεση.
Παρόλα αυτά το χθεσινό ζεστό, αλλά συννεφιασμένο μεσημέρι, έγινε κάτι το διαφορετικό. Ή, καλύτερα, κατάφερα κάτι το διαφορετικό, για πρώτη φορά εδώ και έναν χρόνο. Έκατσα στο σκαμπό του πιάνου αγχωμένη, μα, πανέτοιμη και καταενθουσιασμένη. Πέρυσι αυτό συνέβη σε κάποιες εξετάσεις όπου είχα ευχαριστηθεί το παίξιμό μου. Αλλά ακόμη κι αυτό, δεν ήταν σε καμία περίπτωση τόσο όμορφο και αναζωογονητικό όσο αυτό που συνέβη χθες, γιατί χθες, η μόνο κριτής μου ήμουν εγώ, και άφησα όλη τη γκρίνια, όλη τη μιζέρια πίσω μου, και απλώς, έπαιξα.
Σημαίνουν όλα αυτά πως έγινα ξαφνικά καλή πιανίστα; Όχι. Ούτε σημαίνουν πως κατέκτησα κάτι φοβερό και τρομερό, πως τώρα μπορώ να σταματήσω να μελετάω και να ανησυχώ για το πιάνο. Αυτό που σημαίνει όμως είναι πως για περίπου τρία λεπτά, δεν ανησυχούσα, ούτε μελετούσα, αλλά έπαιζα, κι αυτά τα τρία λεπτά τα είχα πάρα πολύ ανάγκη.






